ΤΟ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ

Το μπουζούκι είναι το πιο αγαπημένο αλλά και πιο συκοφαντημένο όργανο στην Ελλάδα. Η προέλευση του φέρεται ότι ανήκει στην αρχαία Ελλάδα, και πως το ξεκίνημα της ύπαρξης του συμπίπτει με τον αρχαίο του πρόγονο,την Πανδούρα με την οποία μοιάζει πολυ, με ελάχιστες διαφορές.Στο πέρασμα των αιώνων πέρασε στα χέρια πολιτισμών της Ανατολής με άλλες ονομασίες και μορφές (Σάζι, Ταμπουράς,κλπ) και τελικά επέστρεψε ξανά στην Ελλάδα.

Το μπουζούκι ανήκει στην οικογένεια των οργάνων με μακρύ λαιμό, όπως το Σάζι, ο Ταμπουράς κ.α.. Όσων αφορά την ετυμολογία της λέξης ”μπουζούκι” η επικρατέστερη άποψη είναι ότι προέρχεται από το επίθετο της τουρκικής γλώσσας ”bozuk” που σημαίνει ”χαλασμένος”. Επίσης υπάρχει μία άποψη ότι προέρχεται από τη φράση ”bozuk duzen” που σημαίνει χαλασμένο κούρδισμα. Πιστεύεται πως το ”bozuk” υποδηλώνει το όργανο το οποίο ήταν ανεπαρκές για να παίξει τους διαφορετικούς ήχους/τρόπους της Ανατολής λόγω του κουρδίσματός του ή ότι έπρεπε να αλλαχτεί το κούρδισμα (ντουζένι) για να επιτευχθεί αυτό. Τελικά συμπεραίνουμε πως το μπουζούκι ως μουσικό όργανο προέρχεται από την αρχαία Ελλάδα ενώ η ονομασία του έχει τούρκικη προέλευση.

Κατά την διάρκεια της ανταλλαγής των πληθυσμών μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας (1919-1922), το μπουζούκι κάνει την εμφάνισή του στην Ελλάδα. Οι πρόσφυγες έφεραν μαζί τους τα Σμυρνεϊκα, στα οποία έπαιζαν το Αλ Ούντ ή το Ούτι όπως οι ίδιοι το έλεγαν. Πολύ σύντομα το ούτι αντικαταστάθηκε από το μπουζούκι και τα Σμυρνεϊκα επηρέασαν το ρεμπέτικο.

ΠΩΣ ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΗΝ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΤΟΥ ΜΟΡΦΗ

Οι αλλαγές στην μορφή του θα επιταχυνθούν σημαντικά, καθώς το λαουτόσχημο μπουζούκι θα υποστεί ανελέητο διωγμό από την δικτατορία του Μεταξά. Το μπουζούκι θα δανειστεί ακόμη μια φορά στοιχεία από το μαντολίνο, προκειμένου να τροποποιήσει το αντηχείο αυτή την φορά , και να περνά απαρατήρητο, σαν μαντόλα, από τους διώκτες του. Η αλλαγή αυτή δεν προβλημάτισε και πολύ τους μουσικούς της εποχής, καθώς ήταν απόλυτα εξοικειωμένοι με τα όργανα της οικογένειας του μαντολίνου. Πολλά μαντολίνα και μαντόλες της εποχής εκείνης, πήγαν στον πάγκο του οργανοποιού, προκειμένου να

μετατραπούν σε μπουζούκια και μισομπούζουκα, διαδικασία που συνεχίζεται μέχρι σήμερα από συνήθεια. Ο βιρτουόζος του μπουζουκιού , Βασίλης Τσιτσάνης, συνετέλεσε αποφασιστικά στην ανάδειξη του «νέου» οργάνου.

ΜΠΑΓΛΜΑΣ ΚΑΙ ΤΖΟΥΡΑΣ

Ο Μπαγλαμάς και ο Τζουράς από την άλλη είναι μικρά όργανα με μακρύ λαιμό και προέρχονται από το μπουζούκι. Αυτά τα 3 όργανα μαζί συμπληρώνουν μια τυπική ορχήστρα της Ρεμπέτικης μουσικής.

Ο Τζουράς μοιάζει πολύ με το μπουζούκι. Η βασική τους διαφορά είναι το μέγεθος. Ο λαιμός και το καπάκι είναι μικρότερα και αυτό έχει ως αποτέλεσμα τον βαθύ ήχο του οργάνου αυτού. Επίσης είναι κουρδισμένο σε ΡΕ-ΛΑ-ΡΕ.

Ο Μπαγλαμάς είναι το μικρότερο όργανο από τα 3. Έχει 3 διπλές χορδές και είναι κουρδισμένος μια οκτάβα υψηλότερα από το μπουζούκι. Δημιουργήθηκε την εποχή όπου οι Ρεμπέτες ήταν κυνηγημένοι από τις Αρχές και η μουσική τους απαγορευμένη. Ο μπαγλαμάς είναι γνωστός και ως Μπουζούκι της φυλακής, όταν οι Ρεμπέτες μέσα στην φυλακή άρχισαν να φτιάχνουν μπουζούκια αρκετά μικρά για να μπορούν να τα κρύβουν εύκολα στα κελιά .

ΠΩΣ ΕΓΙΝΕ ΤΕΤΡΑΧΟΡΔΟ

Μεταξύ 1937-1939 ο Στεφανάκης Σπιτάμπελος, ο οποίος ήταν σπουδαίος δεξιοτέχνης του μπουζουκιού, φιλοξενεί στο σπίτι του τον Μανώλη Χιώτη παίζοντας σημαντικό ρόλο στη μουσική μόρφωσή του. Άλλωστε ο ίδιος ο Χιώτης συχνά έλεγε:

“Ο Στεφανάκης είναι ο δάσκαλός μου”

Ο Σπιτάμπελος ήταν ο εφευρέτης του “Εριβάν”, ενός τετράχορδου οργάνου το οποίο κατασκεύασε ο Ζοζέφ Τερζιβασιάν.Αυτό το έγχορδο έμοιαζε πολύ περισσότερο με κιθάρα παρά με το σημερινό τετράχορδο μπουζούκι. Αυτό το όργανο είδε ο Χιώτης και αποφάσισε να κάνει τη δική του μετατροπή στο τρίχορδο.

Σε μία συνέντευξη που είχε δημοσιευθεί στην εφημερίδα Εμπρός στις 9/9/1961 ο Μανώλης Χιώτης αναφέρει χαρακτηριστικά για την πρώτη του επαφή με το μπουζ Μου άρεσε ο ήχος που κατ’ευθείαν έφθανε στην καρδιά μου. Ζήτησα να γνωρίσω αυτό το όργανο. Όταν το ‘πιασα στα χέρια μου, μου φάνηκε σαν να είμαστε φίλοι από καιρό. Μόνο που ο «φίλος» ήταν «ημιτελής». Δηλαδή είχε τρεις χορδές κι εγώ, στα χρόνια που ακολούθησαν, σκεφτόμουν πώς να του δώσω άλλη μια χορδή να γίνει σωστό όργανο…»

Σύμφωνα με μαρτυρία της κόρης του παλιού οργανοποιού Γιώργου Παναγή, ο Μανώλης Χιώτης μετά το ξενύχτι στο κέντρο όπου δούλευε περνούσε το πρωί από το σπίτι τους στο Φάληρο και έπαιρνε τον πατέρα της για να πάνε στο εργαστήριο να συνεχίσουν τις προσπάθειες να φτιάξουν το τετράχορδο. Ο Χιώτης εισήγαγε μια νέα φιλοσοφία στο μπουζούκι. Σύμφωνα με κάποιους παλαιότερους το πρώτο κούρδισμα που έκανε ο Χιώτης ήταν ΜΙ,ΣΙ,ΣΟΛ,ΡΕ αλλά με προτροπή του Χάρη Λεμονόπουλου το κούρδισε έτσι όπως το γνωρίζουμε σήμερα ΡΕ,ΛΑ,ΦΑ,ΝΤΟ δηλαδή. Έτσι,το 1955 το μπουζούκι από τρίχορδο

αλλάζει σε τετράχορδο και ο Μανώλης Χιώτης πέρνει σχετικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Κατασκευαστές του νέου μπουζουκιού ήταν οι αδελφοι Παναγή σπεσιαλίστες στο ειδος τους.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟΥ

Το ρεμπέτικο τραγούδι, που πλέον έχει καταχωριστεί στη συνείδηση και στην καθημερινότητα του Νεοέλληνα,ανεξαρτήτως τάξης και μόρφωσης, δεν ήταν πάντα δεδομένο ως αυτονόητη ελληνική παράδοση. Εναντίον του είχε ξεσπάσει ένας σφοδρός πόλεμος από τα πρώτα χρόνια της δημιουργίας και της εξάπλωσής του, ο οποίος διήρκεσε έναν ολόκληρο αιώνα.

Στην Πόλη και στη Σμύρνη αρχίζουν, περιπου το 1905, οι πρώτες ηχογραφήσεις ελληνικών τραγουδιών, με προτεραιότητα στα λαϊκά τραγούδια των περιοχών αυτών, τα οποία οι Μικρασιάτες Έλληνες θεωρούσαν ως τα «πρώιμα» ρεμπέτικα. Και αφού ηχογραφούνται κυριαρχούν στα μηχανήματα

αναπαραγωγής –γραμμόφωνα, μουσικά κουτιά, λατέρνες– και μεταφέρονται ευκολότερα στην κυρίως Ελλάδα.Η ξακουστή «Τετράς του Πειραιώς»,

αποτελούμενη από τους Μάρκο Βαμβακάρη, Γιώργο Μπάτη, Ανέστο Δελιά και Στράτο Παγιουμτζή, έδωσε μεγάλη ώθηση στο ρεμπέτικο.

Η θεματολογία των τραγουδιών πλαταίνει: πέρα από τη φυλακή και τα ναρκωτικά, κάνουν έντονη την παρουσία τους ο έρωτας, η γυναίκα, η θλίψη, η διαμαρτυρία για κοινωνικά δεδομένα, ενώ υποχωρεί η ευρύτατη χρήση της αργκό. Επίσης οι ορχήστρες εμπλουτίζονται με όργανα πέρα από το μπουζούκι και τον μπαγλαμά.

Στα τέλη του 1934, έναν χρόνο μετά την επιβολή της μεταξικής δικτατορίας,εφαρμοζεται η πρώτη προληπτική λογοκρισία με τον νέο νόμο «περί Τύπου».

Το ρεμπέτικο σχεδόν σταμάτησε να υπαρχει για καποια χρονια όμως αντεπιτέθηκε με τη νέα γενιά δημιουργών, οι οποίοι, σε συνεργασία με τους παλιούς, έδωσαν μάχη παρά το ασφυκτικό κλίμα της ελεγχόμενης δημιουργίας. Επικεφαλής της νέας ομάδας ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο οποίος με τις ευλογίες των δισκογραφικών εταιρειών πέτυχε ένα ακατάρριπτο ρεκόρ, ηχογραφώντας από το 1937 ως το 1940 που έκλεισε το εργοστάσιο στον Περισσό γύρω στα 100 τραγούδια.

Τη μεταπολεμική περίοδο και καθώς το ρεμπέτικο γίνεται ευρέως αποδεκτό, η θεματολογία των τραγουδιών διευρύνεται, το ποιητικό ύφος εμπλουτίζεται ενώ εφεξής ο δημιουργός είναι πάντοτε επώνυμος. Τα χρόνια μετά το 1945 σημαδεύονται από την παρουσία του Μάρκου Βαμβακάρη, του Τσιτσάνη, του Απόστολου Χατζηχρήστου, του Δημήτρη Γκόγκου (Μπαγιαντέρα), του Γιάννη Παπαϊωάννου, του Γιώργου Μητσάκη, του Απόστολου Καλδάρα και άλλων συνθετών, καθώς και από τις φωνές της Μαρίκας Νίνου, της Σωτηρίας Μπέλλου, της Ιωάννας Γεωργακοπούλου, του Πρόδρομου Τσαουσάκη κ.ά.